5/19/2017
0 σχόλια

Αρτέμιδα Ηλείας 10 χρόνια μετά: Πώς μεταμορφώθηκε το χωριό που ανοικοδομήσαμε- Φωτό-Βίντεο

Αρτέμιδα Ηλείας 10 χρόνια μετά: Πώς μεταμορφώθηκε το χωριό που ανοικοδομήσαμε
«Ο κόσμος έμεινε πολύ ευχαριστημένος. Μέχρι αποχέτευση μας φτιάξατε.

Θα ήμασταν ακόμη μαραζωμένοι εδώ, εάν δεν είχαμε τη μεγάλη βοήθεια της Κύπρου».

Το φεγγάρι είναι κι απόψε ολόγιομο. Μόνο που τότε η λάμψη του, κι ας ήταν το πιο φωτεινό φεγγάρι του χρόνου, το αυγουστιάτικο, ήταν κρυμμένη πίσω απ’ τους τεράστιους καπνούς που έκρυβαν τον νυχτερινό ουρανό της Ηλείας.

Η αποπνικτική ατμόσφαιρα απ’ τις τεράστιες φωτιές που έκαιγαν ακόμα ύστερα από μέρες σε αυτό το τμήμα της δυτικής περιφέρειας της Ελλάδας μαύριζαν τα πνευμόνια μας.

Οι ψυχές μας ήταν ήδη μαυρισμένες απ’ την οδύνη για τις ανθρώπινες απώλειες και τη φυσική καταστροφή που άφησε πίσω της η μεγάλη πυρκαγιά.

Ο απολογισμός βαρύς: 38 νεκροί στην Ηλεία, 17 από αυτούς, εκ των οποίων επτά παιδιά, όλοι από την Αρτέμιδα. Βρήκαν μαρτυρικό θάνατο μαζί με άλλους πέντε, 22 συνολικά, όταν εγκλωβίστηκαν ένα χιλιόμετρο έξω απ’ το χωριό κατεβαίνοντας στη Ζαχάρω με Ι.Χ. για να γλιτώσουν από τις φλόγες.

Μόνο που αυτές έτρεχαν με 9 Μποφόρια. Τους πρόλαβαν σε ένα σημείο της διαδρομής. Κάηκαν ζωντανοί, μισολιπόθυμοι από την έλλειψη οξυγόνου.
Η Μάκιστος, το διπλανό χωριό, έχασε επτά ανθρώπους. Παρανάλωμα του πυρός έγιναν συνολικά στον Δήμο Ζαχάρως και 180 χιλιάδες στρέμματα γης, δασικής παρθένας γης εκατοντάδων ετών, οι περισσότερες προστατευόμενες από το Natura.

Εξ αυτών τα 32 χιλιάδες στρέμματα από ελαιόδεντρα, η ζήση των ανθρώπων της περιοχής, έγιναν στάχτη. Μαζί κι ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό του ζωικού κεφαλαίου.

Τα δυο χωριά Αρτέμιδα και Μάκιστος καταστράφηκαν σχεδόν ολοσχερώς. 45 τα καμένα σπίτια στην Αρτέμιδα, 73 στη Μάκιστο, πολλά άλλα με μεγάλες ζημιές.

Ζημιές υπέστησαν κι άλλα χωριά, αλλά τα δύο αυτά ήταν που κινδύνεψαν να σβηστούν απ’ τον χάρτη. Κανείς δεν μπορούσε να μείνει απαθής μπροστά σε αυτή την καταστροφή...
Ο Τάσσος και η Μαριάννα Ήταν τέλη του Αυγούστου του 2007 και ο «Πολίτης» βρέθηκε στην Ηλεία, συνοδεύοντας την αποστολή των Κυπρίων πυροσβεστών οι οποίοι έδωσαν τη δική τους μάχη στην κατάσβεση, και κατέγραψε τη δική τους προσπάθεια αλλά και τις πρώτες σκληρές εικόνες απ’ το δικό μας χωριό, την Αρτέμιδα, την οποία η τότε κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου αποφάσισε να ανοικοδομήσει η Κυπριακή Δημοκρατία.

Σήμερα ένα πορτρέτο του Τάσσου κοσμεί τον χώρο του κεντρικού καφενείου του χωριού, ενώ η πλατεία έχει ονομαστεί Πλατεία Κύπρου.

Τη Μάκιστο ανέλαβε κι ανοικοδόμησε ο όμιλος Βαρδινογιάννη. Μια προτομή της Μαριάννας Βαρδινογιάννη έχει στηθεί στην πλατεία του χωριού
2007–2017

Δέκα χρόνια μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές ο «Π» βρέθηκε ξανά στην Αρτέμιδα.

Το χωριό έχει πλέον γίνει αγνώριστο. Τα σπίτια έχουν ανοικοδομηθεί, πολλά έχουν επενδυθεί με πέτρα, μια εργασία που διεκπεραιώθηκε υπό τη διεύθυνση του Τμήματος Πολεοδομίας και με κόστος 8,6 εκατ. ευρώ.

Πέρα απ’ τους ανθρώπους την απώλεια των οποίων κανείς δεν μπορεί να αναπληρώσει, η φύση έκανε τη δουλειά της.

Όπως λέει στον «Π» ο νέος διοικητής της Πυροσβεστικής του Πύργου Ηλείας Ιωάννης Πετρούτσος, όλη η δασική έκταση έχει αναγεννηθεί και τα πεύκα έχουν μεγαλώσει αρκετά.

«Υπάρχουν περιοχές που τα πεύκα είναι γύρω στα 3-4 μέτρα αυτή τη στιγμή», μας λέει.
Όπως στην περιοχή της λίμνης του Καϊάφα, ένα μέρος μοναδικού φυσικού κάλλους, που τότε είχε καεί ολοκληρωτικά. Αυτό το θαύμα το είδαμε με τα μάτια μας.

«Όποιος έρθει για πρώτη φορά και δεν γνωρίζει ότι είχε πληγεί από τις φωτιές η περιοχή δεν θα το καταλάβαινε. Απλώς δεν είναι τόσο μεγάλα τα πεύκα όσο το 2007», επισημαίνει ο διοικητής, ο οποίος επισημαίνει τη μεγάλη ευαισθητοποίηση του κόσμου η οποία τον έχει συγκινήσει.

«Όταν υπάρχει πυρκαγιά, έρχονται να βοηθήσουν ακόμα και με γυμνά χέρια. Πονάνε τη γη τους. Ζούνε απ’ αυτήν. Μετά από ό,τι συνέβη έχουν ευαισθητοποιηθεί ακόμη περισσότερο».

Ο τόπος έχει πρασινίσει. Είναι Μάιος και η φύση οργιάζει. Τα αγριολούλουδα δίνουν χρώμα παντού. Οι βαθυκόκκινες παπαρούνες, τα κίτρινα σπάρτα, τα μοβ γαϊδουράγκαθα στολίζουν την άνοιξη. Οι θάμνοι έχουν ανακάμψει στο σύνολό τους.

Κάποια δέντρα έχουν επιζήσει (υπολογίζονται στο 10%) και στέκονται εκεί για να θυμίζουν τον μεγάλο δασικό πλούτο της περιοχής.

Ενώ στις κοιλάδες βλέπεις πια τα νέα μικρά δεντράκια που φύτρωσαν απ’ τους σπόρους που ήταν θαμμένοι στη μήτρα της γης να έχουν πάρει ανάπτυξη λόγω των ευνοϊκών υδατικών και εδαφικών συνθηκών.

Πολλές ελιές έβγαλαν παραπούλια απ’ τις ρίζες τους. Όπως μου λέει ο Βασίλης, ο πρόεδρος της Ζαχάρως, η ελιά έχει το «ιδίωμα» να «πετάει» ακόμα κι όταν έχει καεί.
Το αποτύπωμα ωστόσο της φωτιάς είναι ακόμα εδώ.

Οι πλαγιές των βουνών που άλλοτε ήταν τόσο πυκνά φυτεμένες κι αδιαπέραστες, απάτητες μάλλον από άνθρωπο, είναι σχεδόν γυμνές. Δύσκολα εδώ φυτρώνουν δέντρα.

Οι σοδειές των κατοίκων μόλις τα δυο τελευταία χρόνια άρχισαν να δίνουν ξανά κάποιους καρπούς. Ήταν ένα τεράστιο οικονομικό σοκ. Κι οι άνθρωποι; Δεν έμειναν ανεπηρέαστοι.

Δεν μπορείς να ξεχάσεις ούτε τις καμένες σάρκες που είδες, ούτε τα καμένα σπίτια και υπάρχοντα που κάηκαν, ούτε την ώρα που οι πύρινες γλώσσες σε έζωναν απειλητικά κόβοντάς σου την ανάσα.

Εάν εγώ ως δημοσιογράφος θυμάμαι ακόμη τα πρόσωπα των ανθρώπων που συνάντησα σε αυτή την τετραήμερη τότε αποστολή, τα «καμένα» απ’ την πίκρα πρόσωπά τους, και τους θυμάμαι ακόμα με τα ονόματά τους, και συχνά τους φέρνω στο μυαλό μου -τόσο συγκλονιστική ήταν η εμπειρία-, σκεφτείτε αυτούς τους ίδιους που τα έζησαν, που έζησαν τον θάνατο μες στο πετσί τους, τι τραύματα ακόμα κουβαλάνε μέσα τους.

Ανηφορίζοντας στην Αρτέμιδα

Είναι πρωί Δευτέρας και μαζί με τρεις αντιδημάρχους της Ζαχάρως, την Αθηνά, τον Παναγιώτη και τον Τάσο, ο σύνδεσμός μου σε αυτή την καινούργια αποστολή, ξεκινάμε με το τζιπ για να ανέβουμε στην ορεινή Αρτέμιδα.

Ο δρόμος στενός, χωμάτινος σε κάποια σημεία της διαδρομής των 7 χιλιομέτρων απ’ τη Ζαχάρω, χειρότερος απ’ ό,τι τον είχα αφήσει.

Είναι ένα από τα θύματα της οικονομικής κρίσης. Το άλλο θύμα οι άνθρωποι, που πριν ακόμα ορθοποδήσουν απ’ τις φωτιές τούς έτριξε τα δόντια η κρίση.

Δεξιά κι αριστερά του δρόμου βλέπω με ανακούφιση κι αισιοδοξία ότι η φύση έχει κάνει το θαύμα της. Τα βουνά κι ο κάμπος είναι πρασινισμένα. Η φύση έχει καμουφλάρει τα καμένα.

Όταν έφευγα το 2007, οι κορμοί των δέντρων σιγόκαιγαν ακόμα.

Οι περισσότεροι ελαιώνες είναι νεαροί, το καταλαβαίνεις απ’ το μέγεθος των δέντρων.

Λίγα τα πεύκα που επέζησαν της καταστροφής. Τα βλέπεις στις κορφές να ατενίζουν τον κάμπο μοναχικά.

Όμως η φύση κάνει φιλότιμη προσπάθεια να αναγεννηθεί. Επανέρχεται. Σε 50 χρόνια οι ντόπιοι υπολογίζουν ότι θα έχει φτάσει σε ένα καλό σημείο.
Τα 22 μνημεία

Πρώτη μας στάση η στροφή με τα μνημεία και τα καντηλάκια. Εκεί όπου βρήκαν τον θάνατο 22 άνθρωποι.

Σε αυτό το σημείο ο Γιώργος Παρασκευόπουλος είχε χάσει έξι μέλη της οικογένειάς του.

Τέσσερα παιδιά, τη γυναίκα και τη μάνα του. Το 2007, ανηφορίζοντας για πρώτη φορά την Αρτέμιδα, υπήρχαν ακόμη εδώ τα καμένα οχήματα και καμένα προσωπικά αντικείμενα των άτυχων ανθρώπων. Δεν μπορείς να μην δακρύσεις.

Ο Παναγιώτης, ο αντιδήμαρχος, ήταν τότε αστυνομικός.

Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που τους έτυχε το μαρτύριο να περισυλλέξουν τους νεκρούς. Μου λέει ψιθυριστά καθώς τιμούμε τους νεκρούς, ίσως για να μην ακούσουν και πονέσουν, πως μέχρι να τους μαζέψουν έπιαναν λιωμένο κρέας με κόκαλα. Φρίκη. «Κι άντε μετά να κοιμηθείς»…


Πλατεία Κύπρου

Στο αυτοκίνητο επικρατεί σιωπή τα επόμενα λεπτά μέχρι την είσοδό μας στην Αρτέμιδα. Καταλαβαίνουν πως είναι για μένα ένα προσκύνημα σε έναν τόπο που τον έζησα σε μια τόσο δύσκολη στιγμή και τον αγάπησα.

Η Αρτέμιδα είναι πλέον αγνώριστη… Από μακριά μου φάνηκε ολοκαίνουργια με τις κεραμιδένιες στέγες των σπιτιών και τις πέτρινες επενδύσεις στους τοίχους και δεν με γέλασαν τα μάτια μου.

Το πρώτο πράγμα που βλέπω είναι δίπλα απ’ την κρήνη, την επιγραφή που γράφει «Πλατεία Κύπρου», και ακριβώς απέναντι στην πλατειούλα με τη θέα που φτάνει μέχρι τη θάλασσα ένα κιόσκι με μια άλλη επιγραφή: «Remember Cyprus».

Σε αυτή την πλατεία οι «καμένοι» γυρόφερναν τότε σαν άδικες κατάρες μην πιστεύοντας τη συφορά. Εδώ είχα συναντήσει τον κυρ-Αντώνη και τη Γιαννίτσα. Τους αναζητώ ξανά. Με τη Γιαννίτσα τουλάχιστον θα ανταμώσουμε ξανά σε λίγο.
«Εσείς σώσατε την Αρτέμιδα»

Μεσημέριασε σχεδόν και στο χωριό λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούν. Η κυρά Γεωργία, 65 ετών, μόνιμη κάτοικος της Αρτέμιδας τα τελευταία έξι χρόνια, έζησε από κοντά τις φωτιές. Ήταν καλοκαίρι και είχε επιστρέψει όπως κάθε χρόνο για ολιγοήμερες διακοπές στον τόπο της.

«Ήταν τρόμος και φόβος τις μέρες εκείνες. Τρέχαμε να σωθούμε. Πανικός.

Ευτυχώς το σπίτι μου δεν κάηκε. Μετά φύγαμε για την Αθήνα. Αλλά αυτοί που έμειναν υπέφεραν. Μια μαυρίλα ήτανε. Τίποτε άλλο. Καταστράφηκαν οικονομικά. Αλλά αυτό που λέμε σήμερα είναι πως εάν δεν υπήρχε η Κύπρος, το χωριό θα είχε σβήσει».

Μου κόβει ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα από τον κήπο της. Στο πρόσωπό μου βλέπει την Κύπρο και αυτό το γεμάτο χρώματα μπουκέτο είναι το δικό της μεγάλο ευχαριστώ.

«Μας φτιάξατε κι αποχέτευση»

Ο Βασίλης Κυριακόπουλος είναι ο πρόεδρος της Αρτέμιδας. Τον ρυτιδιασμένο απ’ τα χρόνια και τον κάματο της δουλειάς γεροντάκο βρήκαμε να μαζεύει άγριες αγκινάρες στο χωράφι του.  «Τη φωτιά τη βλέπαμε να έρχεται απ’ το απέναντι χωριό και μες σε διάστημα λίγων λεπτών έφτασε στην Αρτέμιδα και την πέρασε.

Θυμάμαι τη γυναίκα με τα παιδιά την ώρα που φεύγανε. Εμείς φύγαμε από άλλη οδό. Έτσι γλυτώσαμε. Κάποιοι τους φώναζαν να μην φύγουν αλλά η απελπισία κι ο πανικός τους έκαναν να τρέξουν.

Εκ των υστέρων ξέρουμε πως αν μέναμε εδώ στο χωριό κανείς δεν θα πάθαινε τίποτα. Ίσως να έπρεπε να υπάρχει καλύτερος συντονισμός»…

Η επίσημη εκδοχή για το πώς ξεκίνησε η φωτιά είναι πως μια γριά από το Παλιοχώρι Μελέας, που βρίσκεται απέναντι από την Αρτέμιδα, τηγάνιζε εκείνη την ώρα στο εξωτερικό του σπιτιού της και το λάδι πήρε φωτιά. Λόγω των καιρικών συνθηκών η φωτιά ξέφυγε.

Η γριά καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό, μαζί με άλλους δύο, τον νομάρχη Ηλείας και τον δήμαρχο Ζαχάρως, για αμέλεια λήψης αναγκαίων μέτρων. Πολύς κόσμος θεωρεί άδικη την καταδίκη.

Όπως μας λέει ο αντιδήμαρχος Παναγιώτης, δεν ήταν μια συνηθισμένη φωτιά. Ήταν ένας συνδυασμός τρομερού αέρα, 9 Μποφόρ, που έπνεε ανατολικά προς δυτικά. «Είχαμε έρθει εδώ με την Αστυνομία για να φυγαδέψουμε τον κόσμο. Η φωτιά προηγείτο του αυτοκινήτου μας.

Στο πλάι του αυτοκινήτου καθώς φεύγαμε βλέπαμε τις φλόγες... Αν για κάποιον λόγο το αυτοκίνητό μας έσβηνε, θα ήμασταν κι εμείς θύματα. Θα είχαμε αφήσει την τελευταία μας πνοή εδώ».


«Έτσι τα καταφέραμε»

Όπως μας αφηγείται ο κ. Κυριακόπουλος, η ανοικοδόμηση της Αρτέμιδας πήρε σχεδόν τέσσερα χρόνια.

«Στο χωριό είναι πάνω από 100 σπίτια. Η Κύπρος τα έφτιαξε σχεδόν όλα. Ο κόσμος έμεινε πολύ ευχαριστημένος. Μέχρι αποχέτευση μας φτιάξατε. Θα ήμασταν ακόμη μαραζωμένοι εδώ εάν δεν είχαμε τη μεγάλη βοήθεια και της Κύπρου.

Με αυτά άρχισε ο κόσμος να μπαίνει στην κανονική του ροή. Και τώρα πλέον τα δέντρα άρχισαν να δίνουν κάποιους καρπούς αξιόλογους και η ζωή επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα»…

Πριν από τις πυρκαγιές στην Αρτέμιδα ζούσαν πάνω από 170 άτομα. Σήμερα είναι κάτω από 80. Το καλό είναι πως υπάρχουν τέσσερις οικογένειες με μικρά παιδιά.

«Νιώσαμε καλύτερα όταν άρχισε να βλασταίνει ο τόπος. Χρειάστηκαν τουλάχιστον πέντε χρόνια. Και οι ελιές άρχισαν να πετάνε. Βγάζουμε τα τελευταία δυο χρόνια μια ελάχιστη παραγωγή. Κάτι γίνεται… Απ’ το κάθε δέντρο βγάζαμε 100 κιλά λάδι πριν από τις φωτιές.

Τα επόμενα χρόνια ίσως φτάσουμε αυτά τα νούμερα». Ρωτώ τι έκαναν μέχρι ν’ αρχίσουν ξανά οι ελαιώνες να αποδίδουν. «Τι κάναμε; Ο ένας είχε λίγα ζώα, ο άλλος πήγαινε για μεροκάματο στον κάμπο, στη Ζαχάρω και στον Πύργο, έτσι τα καταφέραμε».


Βλέπαμε ψυχολόγους

Χάρηκα πολύ που είδα ξανά τη Γιαννίτσα Σταθοπούλου και που είναι καλά. Τότε ήταν 41 ετών, και τα παιδιά της, 15 ο Γιάννης και 13 η Θεώνη. Σήμερα τελείωσαν το πανεπιστήμιο και βρίσκονται στο ψάξιμο για δουλειά.

Σκοπεύουν αυτή την εβδομάδα να συμμετάσχουν στη δημοπρασία που θα γίνει για την ανάθεση του καφενείου της Αρτέμιδας, το οποίο πια δεν λειτουργεί, για να απασχολούνται κάπου μέχρι να βρουν κάτι καλύτερο.
«Εμείς ευτυχώς δεν προλάβαμε να φύγουμε απ’ το χωριό όταν ήρθαν οι φωτιές.

Το σπίτι μας δεν είχε τεράστιες ζημιές, παρ' όλα αυτά μετά τις πρώτες μέρες είχα πάθει σοκ. Ήταν μεγάλη η απελπισία. Μέναμε τότε στην πεθερά μου, στην είσοδο της Αρτέμιδας, κι όποτε ερχόμουν στο σπίτι για να πάρω ρούχα κατέρρεα. Χρειάστηκα τη στήριξη ψυχολόγου.

Στις κηδείες των παιδιών δεν μου επέτρεπαν να πάω. Ο χειμώνας μετά τις φωτιές ήταν πολύ σκληρός για τα παιδιά μου, που αναγκάστηκαν να ζουν μέσα στα αποκαΐδια. Από τον Σεπτέμβρη είχαν φύγει και τα παιδιά που είχαν έρθει εδώ για καλοκαιρινές διακοπές.

Ήτανε δύσκολο. Τώρα είμαστε καλά. Νιώσαμε καλύτερα όταν μας είχαν πει πως θα αναλάβει η Κύπρος την ανοικοδόμηση. Κι όταν άρχισε να μεταμορφώνεται το χωριό, αυτή η αλλαγή αντικατοπτριζόταν και μέσα μας…

Για να καταλάβετε στεναχωρηθήκαμε όταν τελείωσαν οι εργασίες, γιατί όλο αυτόν τον καιρό είχε πολλή ζωή το χωριό μας».

Η Γιανίτσα υποχρεώθηκε, αφού κάηκαν οι ελιές και τα αμπέλια και τουλάχιστον για μια πενταετία δεν μπορούσαν να δώσουν εισόδημα, να αρχίσει δουλειά. «Κοιτούσα γέρους και κατάκοιτους. Είχαμε τα παιδιά που σπούδαζαν και δεν βγαίναμε»…

Ο σύζυγός της από εποχιακός πυροσβέστης έγινε πενταετής. «Καλά τα καταφέραμε. Καλά είμαστε. Δόξα σοι ο Θεός», μας λέει.

Στην φωτογραφία κάτω η Γιαννίτσα 10 χρόνια πριν μαζί με την κόρη της Θεώνη μέρες μετά τις φωτιές προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν το κακό που τους βρήκε.

Θα μας φτιάξετε και δρόμο;

Τρία χιλιόμετρα απ’ την Αρτέμιδα βρίσκεται η μικρή κοινότητα της Μακίστου με μόλις 30 κατοίκους το 2007. Σήμερα έμειναν πολύ λιγότεροι. Η Μάκιστος κάηκε σχεδόν ολοσχερώς. Δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. Επτά νομάτοι κάηκαν στις φωτιές.

Εδώ κάποτε είχα συναντήσει ένα γεροντάκι. «Βλάχος» το επώνυμο. Η γυναίκα του ήταν μεταξύ των 22 θυμάτων που κάηκαν στην στροφή στον δρόμο Αρτέμιδας - Ζαχάρως. Έχει «φύγει» εδώ και καιρό, μαθαίνω από τον πρώην κοινοτάρχη, τον Νικόλαο Πόθο, για να συναντήσει τη γυναίκα του στην αιώνια ζωή.

Ο Πόθος ήταν ο τελευταίος που έφυγε απ’ το χωριό.

Πήγε με τα πόδια μέχρι πέρα στον Άη Γιώργη και περίμενε εκεί κάτω από έναν πλάτανο να περάσει κανείς να τον σώσει. Πρώτοι πέρασαν οι δασοφύλακες. Δεν τον είδαν.

Μετά ήρθε ο δήμαρχος και τον ρώτησε τι κάνει και του απάντησε πως φυλάει τους πεθαμένους (είχαν καεί δυο αδέλφια λίγο παρακάτω) περιμένοντας να πεθάνει κι αυτός.
Ο Πόθος είχε πάθει εγκαύματα στα χέρια.

Καθώς στεκόταν εκεί στον πλάτανο ήρθε, λέει, μια λάμψη και δεν μπορούσε να αναπνεύσει απ’ τον καπνό. Πολλές ώρες μετά αφού είχαν παγιδευτεί στα καμένα καθώς οι δρόμοι είχαν κλείσει, μεταφέρθηκε μετά δυσκολίας στο νοσοκομείο.

Στο νοσοκομείο έκανε τρεις μήνες.

Οι πληγές έκλεισαν χάρη στην αλοιφή που του έβαζε κρυφά η γυναίκα του η Παναγιώτα το βράδυ, όταν έφευγαν οι γιατροί. Την είχε στείλει η Μαριάννα Βαρδινογιάννη, η οποία ακόμη διατηρεί σχέσεις με τη Μάκιστο.

«Την ευχαριστούμε για όσα έκανε για εμάς. Διαφορετικά, θα ήμασταν στον δρόμο. Ένα μόνο παράπονο έχουμε. Δεν έχουμε δρόμο»… Του λέω πως το ‘χω δει, αλλά απ’ την Κύπρο δεν θα μπορέσω να κάνω και καμιά ουσιαστική παρέμβαση.

«Αν καταφέρει η Κύπρος και μας φτιάξει δρόμο, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας», λέει ο Παναγιώτης ο αντιδήμαρχος και γελάμε, χαλαρώνοντας λίγο το κλίμα απ’ τις άσχημες θύμησες του Αυγούστου του 2007.

Δείτε το βίντεο του Politis News:


Αναδημοσίευση από politis.com.cy
Το διαβάσαμε απο τοilia24.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 
Toggle Footer
Top