Ήταν μια μέρα σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου του 1843,όταν έφυγε από τη ζωή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Ο λόγιος Γιάννης Βλαχογιάννης στην «Ιστορική Ανθολογία» του περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του θρυλικού Γέρου του Μοριά:
«Ένα χρόνο πριν από το θάνατό του, ο Κολοκοτρώνη, επισκέφτηκε τα περισσότερα μέρη της Πελοποννήσου και ιδίως της πατρίδας του της Καρύταινας, όπου είχε ζήσει και είχε πολιτευτεί.
Προσκάλεσε όλους, ακόμα και εκείνους που είχε έρθει σε ρήξη είτε είχε λογομαχήσει είτε ψυχρανθεί, για να λύσουν τις διαφορές τους.
Είχε μάλιστα μαζί του, στο άλογο που ίππευε, δεμένο με ζώνη από το σώμα του, τον μικρότερο γιο του τον Πάνο.
Φρόντισε να περάσει και από τις Σπέτσες και την Ύδρα για να ζητήσει συγχώρεση από τους επίσημους άρχοντες του τόπου, τον Λάζαρο Κουντουριώτη και τον Ιωάννη Μέξη· αυτοί που κατά την Επανάσταση τον είχαν καταδιώξει μέχρις εξοντώσεως.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Κολοκοτρώνης, πάντρεψε τον γιο του Κολίνο με την εγγονή του Ιωάννη Καρατζά, ηγεμόνα της Βλαχίας.
Ο γάμος ήταν ένα από τα σπάνια κοσμικά γεγονότα της Αθήνας την εποχή εκείνη.
Παραβρέθηκαν όλοι οι επίσημοι αλλά και οι εκπρόσωποι των ξένων πρεσβειών.
Ο Κολοκοτρώνης ήταν ευδιάθετος και διασκέδαζε με την καρδιά του».
Το βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου, ο ήρωας της Επανάστασης, παραβρέθηκε σε έναν χορό στο παλάτι του βασιλιά Όθωνα και ήταν πολύ ευδιάθετος.
Λένε, μάλιστα, ότι ζήτησε από τον Βασιλιά να πει στους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς.
Χαρούμενος ο Γέρος χόρευε με τις κυρίες των τιμών.
Κάποια στιγμή μάλιστα, όπως λέγεται, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης του είχε πει χλευαστικά:
«Την ετσαλάκωσες Στρατηγέ», δηλαδή μέθυσες… «Όχι βρε άρχοντα, του αποκρίθηκε ο Κολοκοτρώνης, αλλά να, θέλω στα στερνά μου να γλεντήσω».
Μοιραίο το γλέντι
Ο Κολοκοτρώνης φεύγοντας από το γλέντι, γύρω στα μεσάνυχτα, επέστρεψε στο σπίτι όπου ζούσε με τον γιο του Γενναίο, (στη σημερινή οδό Κολοκοτρώνη), αλλά μόλις ξάπλωσε έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο (αποπληξία έγραφαν τότε).
Η γυναίκα που τον φρόντιζε μόλις στις 3:00 τα ξημερώματα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ο Κολοκοτρώνης δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά βίας ανέπνεε.
Αν και ήρθαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ’ το να παρατείνουν τις στιγμές του.
Τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια.
Ή τελευταία του κουβέντα (λέγεται ότι) ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: «…σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις».
Στις 6:00 το πρωί ο Γέρος του Μοριά εξέπνευσε.
Ειδοποιήθηκαν αμέσως τα παιδιά του, οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συμπολεμιστές του.
Οι Αθηναίοι μόλις άκουσαν τη φήμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε αρρωστήσει, άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν στο σπίτι του, να μάθουν κάτι περισσότερο.
Διάβασε όλο το άρθρο στο: tilestwra.com
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου