Ερείπια αρχαίας πόλης εντοπίζονται στο λόφο Γαρδίκι, 200 μέτρα Α από το χωριό του Βρεστού.
Η αρχαία αυτή πόλη της Τριφυλίας παραμένει ουσιαστικά ανεξερεύνητη μέχρι σήμερα ενώ από πολλούς μελετητές ταυτίζεται με την πόλη Πτελεόν ή Τυπανέαι.
Η αρχαιολογική έρευνα
Η αρχαία ακρόπολη του Γαρδικίου αναφέρεται στον χάρτη[1] που δημοσίευσε ο Ι. Σαρρής το 1934 με την ένδειξη Πτελεόν. Ωστόσο εκτός από τον χάρτη δεν δίνει άλλες πληροφορίες για τον αρχαιολογικό χώρο. Περιγραφή του αρχαιολογικού χώρου αλλά και των αρχαιοτήτων στην γύρω περιοχή δίνει ο Αγησίλαος Α. Τσέλαλης.[2]
Αναφορά στον αρχαιολογικό χώρο του Βρεστού γίνεται από τον αρχαιολόγο Ν. Γιαλούρη[3] το 1954: "Παρά το χωρίον Βρεστός, μεταξύ Ζάχας και Ανδριτσαίνης, σώζεται άγνωστος μέχρι τούδε αρχαία πόλις μετά πολλών ερειπίων κτηρίων και τειχών, πολλά δε είναι τα κατεσπαρμένα εκεί κινητά ευρήματα πήλινα και λίθινα, εξ ων τινά μετεφέρθησαν εις το Μουσείον της Ολυμπίας."
Την ίδια χρονιά, 1954, επισκέφτηκε το Βρεστό ο E. Meyer[4] και η περιγραφή που δίνει παραμένει μέχρι και σήμερα η μόνη δημοσίευση για τον αρχαιολογικό χώρο.
Η ακρόπολη του Γαρδικίου αναφέρετε στον Οδηγό Αρχαιοτήτων αρχαίας Τριφυλίας νυν Ολυμπίας του Νικ. Γιαλούρη του 1973.[5]
Την δεκαετία του 1980 το Βρεστό επισκέφτηκε ο W. Kendrick Pritchett[6] στην έρευνά του στην Τριφυλία και την προσπάθεια ταύτισης των αρχαίων πόλεων της περιοχής οι οποίες μνημονεύονται από τον Πολύβιο σε σχέση με την εισβολή του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Β΄ στην περιοχή κατά τη διάρκεια του Συμμαχικού πολέμου (-220/ -217).
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η αρχαία αυτή πόλις διέφυγε της προσοχής των περιηγητών Leake, Gell, Dodwell, Boutan, Curtius, Philippson, Frazer κ.ά. Ο λόγος θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι η περιοχή αυτή μέχρι και σχετικά πρόσφατα ήταν απομονωμένη και δύσκολα προσβάσιμη, χωρίς οργανωμένο οδικό δίκτυο.
Στα πλαίσια ερευνών στην Τριφυλία το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο (DAI) επισκέφτηκε τον αρχαιολογικό χώρο στα έτη 2008- 9.
Η ακρόπολη
Tα ερείπια της αρχαίας πόλης εντοπίζονται στο λόφο Γαρδίκι, 200 μέτρα Α από το χωριό του Βρεστού. Ο μεγάλος λόφος του Γαρδικίου έχει οβάλ σχήμα και φτάνει σε ύψος το 610μ. Από Α, Β και Δ έχει απότομες πλαγιές ενώ μόνο από τα Ν υπάρχει πρόσβαση στο λόφο από ένα διάσελο, ύψους 580μ., που ενώνει το Γαρδίκι με τις Α παραφυάδες του βουνού τις Μίνθης. Φυσικά οχυρός και τοποθετημένος στην Β πλευρά των παραφυάδων τις Μίνθης το Γαρδίκι είχε στρατηγική σημασία αφού ήλεγχε την πεδιάδα του Διάγωντα ποταμού στα Β.
Η αρχαία πόλη του Βρεστού είχε οπτική επαφή με την αρχαία Αλίφειρα στα ΒΑ και την ακρόπολη της Πλατιάνας στα ΒΔ και ήλεγχε την κύρια ορεινή διάβαση από τα Δ και την περιοχή της Πλατιάνας προς Α και την περιοχή του Λεπρέου.
Στους δυτικούς πρόποδες του βουνού, Β από το χωριό, υπάρχει ένα ευρύ βαθούλωμα στο έδαφος, το οποίο είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε νερό και έχει πλούσια βλάστηση. Σήμερα καλλιεργείται ως επί το πλείστο με κήπους και οπωροφόρα δέντρα.
Όπως ήδη αναφέραμε η περιγραφή του E. Meyer[4] παραμένει μέχρι και σήμερα η μόνη δημοσίευση για τον αρχαιολογικό χώρο και από την οποία αντλούμε τα περισσότερα στοιχεία.
Η αρχαία ακρόπολη βρίσκεται στο μεγάλο πλάτωμα του λόφου του Γαρδικίου και έχει μήκος 500μ. στο άξονα Β.- Ν. και 200μ. περίπου στον άξονα Α.-Δ . Στην περιοχή αυτή υπάρχει πλήθος κατασκευών. Σε πολλά σημεία έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό για την κατασκευή ανδήρων ενώ σε άλλα σημεία φαίνεται να υπάρχουν αρχαίες κατασκευές και σπίτια στην αρχική τους θέση.
Το τείχος της πόλης είναι ευδιάκριτο σε αρκετά σημεία. Εντοπίζεται στο Ν υψηλό διάσελο απ΄όπου κατεβαίνει από τις πλαγιές και περικυκλώνει τον λόφο. Σε αρκετά σημεία εντοπίζονται οι αμυντική πύργοι της ακρόπολης, κάποιοι από τους οποίους σώζονται μέχρι και σήμερα σε καλή κατάσταση.
Ό E. Meyer αναφέρει ότι τείχη της πόλης είναι κατασκευασμένα με πελεκημένους δόμους σύμφωνα με την "πολυγωνική τεχνική" και θα πρέπει να θεωρούνται αρχαιότερα από αυτά της ακρόπολης της Πλατιάνας.
Ολόκληρη η ακρόπολη είναι διάσπαρτη με πλήθος κεραμικών αποτμημάτων τα οποία ο E. Meyer χρονολογεί από τους Αρχαϊκούς έως τους Αυτοκρατορικούς χρόνους.
Στην ΒΑ πλευρά τις ακρόπολης ο Meyer αναφέρει ότι υπάρχει κοίλωμα που δεν αποκλείετε να ανήκε στο θέατρο της αρχαίας πόλης. Ο Τσελάλης στην περιγραφή του αναφέρει την ύπαρξη θεάτρου ενώ η εύρεση πολλών λίθινων ειδωλίων που υπάρχουν σε δεύτερη χρήση στα χωράφια γύρω από την ακρόπολη συνηγορεί σε μια τέτοια υπόθεση.
Περισσότερα στο aristomenismessinios.blogspot.com




0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου