Πρόλογος
Ο Μιχαήλ Κοκκίνης υπήρξε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες αλλά λιγότερο προβεβλημένες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης. Χιώτης στην καταγωγή, με σπουδές μηχανικού πιθανότατα στη Γαλλία, έφερε στο Μεσολόγγι όχι μόνο πατριωτικό ενθουσιασμό αλλά και πολύτιμη τεχνική γνώση.
Η συμβολή του στην οχύρωση και την υπεράσπιση της πόλης κατά τη δεύτερη πολιορκία της υπήρξε καθοριστική.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Γαλλία, ο Κοκκίνης μετέβη στη Ρουμανία και δίδαξε Μαθηματικά, Γεωδαισία, Σχέδιο και Γερμανικά στην ανωτέρα ελληνική σχολή του Βουκουρεστίου.
Ο Κοκκίνης ήταν ιδιαίτερα μορφωμένος για την εποχή του, είχε εγκυκλοπαιδική μόρφωση ενώ γνώριζε, εκτός των γαλλικών, ιταλικά, γερμανικά και πιθανώς ρουμάνικα.
Κατά τις σπουδές του στη Γαλλία, οι οποίες έγιναν με τη στήριξη του εύπορου θείου του Αντώνη Κοκκίνη, ήρθε σε επαφή με το έργο επιφανών Γάλλων στρατιωτικών μηχανικών, γνώσεις που αργότερα αποδείχθηκαν πολύτιμες.
Κατά τη διαμονή του στο Βουκουρέστι ο Κοκκίνης γνωρίστηκε με τον Γεώργιο Πραΐδη, στενό συνεργάτη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στην επανάσταση των Παραδουνάβιων Χωρών υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Μετά την αποτυχία του κινήματος, ο Κοκκίνης έλαβε την απόφαση να κατέβει στην Ελλάδα, για να βοηθήσει τον Αγώνα και διάλεξε το Μεσολόγγι καθώς εκεί βρισκόταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Η άφιξη του Κοκκίνη στο Μεσολόγγι και η ανάληψη του έργου (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1823).
Τον Φεβρουάριο του 1823 ο Κοκκίνης έφτασε στο Μεσολόγγι μέσω της Ιταλίας ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι στο οποίο λίγο έλλειψε να χαθεί μαζί με άλλους 71 Έλληνες επιβάτες.
Με την έλευσή του στην πόλη, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος του ανέθεσε την εκπόνηση μελέτης και τη διεύθυνση κατασκευής οχυρωματικών έργων περιμετρικά του Μεσολογγίου.
Στο αρχείο του Μαυροκορδάτου αναφερόταν ως ιντζινιέρης (engineer) του Μεσολογγίου, ενώ άλλοι αγωνιστές στις αναμνήσεις τους τον ανέφεραν ως μηχανικό ή τειχοποιό αρχιτέκτονα.[1]
Το Μεσολόγγι είχε έκταση μόλις 700 περίπου στρέμματα, η μισή περίμετρός του περιβαλλόταν από μια αβαθή λιμνοθάλασσα, οπότε η οχύρωσή του από ξηρά ήταν σχετικά ευχερής.
Ήδη είχε κατασκευαστεί από τοπικούς προκρίτους τον Αύγουστο του 1821 ένα πρόχειρο περιτείχισμα ύψους 1,20-1,50 μέτρων, με μια κυκλική τάφρο που επικοινωνούσε με τη Λιμνοθάλασσα.
Το πρόχειρο αυτό τείχος είχε σώσει την πόλη στην πρώτη πολιορκία του Κιουταχή, αλλά ήταν προφανώς ανεπαρκές για να αντέξει σε συστηματικούς κανονιοβολισμούς ή σε μακρά πολιορκία.
Ο Kοκκίνης μελέτησε προσεκτικά το υφιστάμενο τείχος και τις υπάρχουσες δυνατότητες και βοηθούμενος από τον αρχιτέκτονα Μεσολογγίτη Σταύρο Κουτζούκη, εκπόνησε τη σχετική μελέτη για την κατασκευή ενός νέου ισχυρότερου τείχους.
Ο Έλληνας μηχανικός σχεδίασε την ανακατασκευή και ενίσχυση του υπάρχοντος τειχίσματος με την προσθήκη προμαχώνων και αμυντικών πυργίσκων χρησιμοποιώντας τεχνικές των Γάλλων μηχανικών Μονταλεμπέρ και Κλεράκ.
Οι νέοι αυτοί προμαχώνες ενίσχυαν σημαντικά τις αμυντικές δυνατότητες των υπερασπιστών, ενώ ο Κοκκίνης σχεδίαζε να εγκαταστήσει σε αυτούς και μικρά κανόνια.
Η κατασκευή του έργου άρχισε στις 7 Μαρτίου 1823, με τη στήριξη του Μαυροκορδάτου αλλά και υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες: έλλειψη οικοδομικών υλικών, περιορισμένη χρηματοδότηση και συνεχείς δυσχέρειες και προσκόμματα που ανέκυπταν.
Η φρουρά της πόλης συμμετείχε εθελοντικά, και την καθοδηγούσαν στις εργασίες 30 έμπειροι εργάτες.
Η συμμετοχή αυτή αποδείχθηκε πολύτιμη αφού τα μέλη της φρουράς απέκτησαν την εμπειρία να επισκευάζουν τα τείχη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της μάχης.
Ο Κοκκίνης δεν περιορίστηκε στον σχεδιασμό, αλλά παρακολουθούσε καθημερινά την πρόοδο των εργασιών, ορίζοντας αυστηρούς κανόνες για τις μεταφορές, την εργασία και την επιτήρηση του χώρου.
Καθόρισε αυστηρά τα ωράρια εργασίας και τις βάρδιες των εργατών, τα διαλείμματα για φαγητό και ξεκούραση, καθώς και τις πληρωμές τους.
Η αμοιβή του Κοκκίνη είχε οριστεί στα 200 γρόσια τον μήνα, ενώ οι επιστάτες αντίστοιχα λάμβαναν 80 γρόσια, αμοιβές σχετικά χαμηλές για το είδος της εργασίας.
Ο Κοκκίνης εμπέδωσε την πειθαρχία στο προσωπικό, απομακρύνοντας αμέσως από το έργο οποιονδήποτε εργάτη δημιουργούσε πρόβλημα ή απειθούσε στις διαταγές.
Επίσης ζητούσε από τους επιστάτες τακτικές αναφορές για την πρόοδο των εργασιών τους και δεν ανεχόταν την παραμικρή καθυστέρηση, ακόμη και όταν προβαλλόταν ως δικαιολογία η ασθένεια.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου