Πέθανε η Μαρινέλλα – Συγκίνηση σε όλη την Ελλάδα για τη σπουδαία ερμηνεύτρια
Η είδηση του θανάτου της Μαρινέλλας σκόρπισε θλίψη σε όλη τη χώρα, καθώς έφυγε από τη ζωή μία από τις πιο μεγάλες και πιο αναγνωρίσιμες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια καλλιτεχνική διαδρομή και μια βαριά πολιτιστική παρακαταθήκη.
Βαρύ πένθος προκάλεσε η απώλεια της Μαρινέλλας, της σπουδαίας Ελληνίδας τραγουδίστριας που σημάδεψε όσο λίγες το λαϊκό και έντεχνο τραγούδι τις τελευταίες δεκαετίες.
Η μεγάλη ερμηνεύτρια πέθανε σήμερα, Σάββατο (28/03/2026), σε ηλικία 88 ετών, έπειτα από τη δύσκολη και άνιση μάχη που έδινε μετά το σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί πάνω στη σκηνή του Ηρωδείου.
Η Μαρινέλλα έφυγε από τη ζωή στο σπίτι της, ύστερα από τον μακρύ αγώνα που έδωσε μετά το βαρύτατο εγκεφαλικό που είχε υποστεί τον Σεπτέμβριο του 2024, τη στιγμή που βρισκόταν στο Ηρώδειο.
Η οικογένειά της, μέσα από τη σχετική ανακοίνωση, γνωστοποίησε με βαθιά οδύνη την απώλειά της. Συγκεκριμένα αναφέρει:
«Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026 στις 18:00».
Η αρχή της μεγάλης περιπέτειας της υγείας της είχε γίνει το βράδυ της Τετάρτης (25/09/24), στο κατάμεστο Ηρώδειο.
Η συναυλία είχε ήδη ξεκινήσει και η Μαρινέλλα βρισκόταν πάνω στη σκηνή, ερμηνεύοντας το τρίτο τραγούδι του προγράμματος, το «Εγώ κι εσύ», όταν ξαφνικά κατέρρευσε μπροστά στα μάτια του κοινού. Η εικόνα εκείνης της στιγμής πάγωσε το θέατρο και συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα.
Τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου 1938 και το βαφτιστικό της όνομα ήταν Κυριακή Παπαδοπούλου. Οι γονείς της είχαν ρίζες από την Κωνσταντινούπολη. Ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας, η οποία μπορεί να ήταν φτωχή, αλλά ήταν δεμένη, με αρχές και έντονη αγάπη για το τραγούδι, αφού πολλά από τα μέλη της είχαν εξαιρετική φωνή.
Από πολύ μικρή έδειξε το ταλέντο της. Σε ηλικία μόλις τεσσάρων έως πέντε ετών συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», όπου τραγούδησε ακόμη και κομμάτι του Σούμπερτ. Στα δώδεκά της χρόνια, έκανε και διαφημιστικά για τα καταστήματα «Melka» της Θεσσαλονίκης.
Στα 17 της ακολούθησε ως ηθοποιός τον θίασο της Μαίρης Λω, με τον οποίο περιόδευσε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στον ίδιο θίασο βρέθηκαν τότε και νέοι ηθοποιοί που αργότερα έγιναν πολύ γνωστοί, όπως ο Κώστας Βουτσάς και η Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Γιάννης Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου.
Κάποιο βράδυ, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα, που ήδη ήξερε απέξω όλο το πρόγραμμα, ανέβηκε στη θέση της. Ερμήνευσε το «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», ένα ισπανικό τραγούδι από τα χρόνια της Κατοχής.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η Μαρινέλλα καθιερώθηκε ως η βασική τραγουδίστρια του θιάσου.
Η αρχή της πορείας της στη δεκαετία του ’50
Το 1956 πέρασε στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ως τραγουδίστρια, καθώς εκεί οι οικονομικές απολαβές ήταν καλύτερες. Την ίδια περίοδο άρχισε να εμφανίζεται και στο κέντρο «Πανόραμα» της Νέας Ελβετίας, πίσω από το γήπεδο του Άρη. Εκεί ήταν που ο τραγουδοποιός Τόλης Χάρμας της έδωσε το καλλιτεχνικό όνομα «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από το τραγούδι του με τον ίδιο τίτλο.
Στο ίδιο μαγαζί έπαιζε μπουζούκι ο Στέλιος Ζαφειρίου, ο σολίστας που έμελλε να συνδεθεί με τη Μαρινέλλα όσο ελάχιστοι στην κατοπινή της διαδρομή.
Τον Αύγουστο του 1957 μπήκε στη ζωή της ο Στέλιος Καζαντζίδης, τόσο στο πάλκο όσο και στην προσωπική της ζωή.
Ο Καζαντζίδης, πηγαίνοντας να συναντήσει τον Ζαφειρίου, την άκουσε να τραγουδά το «Το πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη, τραγούδι που είχε ήδη πει πρώτος ο ίδιος στη δισκογραφία. Μόλις εκείνη τελείωσε, ο Ζαφειρίου τούς σύστησε και ο Καζαντζίδης της είπε πως αποδίδει το λαϊκό τραγούδι με έναν δικό της, πιο ελαφρύ τρόπο.
Η γνωριμία τους εξελίχθηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της. Τους ένωνε η αγάπη για τη θάλασσα και το ψάρεμα και εκεί ο Στέλιος Καζαντζίδης της πρότεινε να γίνει το σεγκόντο του.
Από το παραθαλάσσιο κέντρο «Λουξεμβούργο» της Θεσσαλονίκης, όπου έκαναν τις πρώτες πολύ επιτυχημένες εμφανίσεις τους, κατέβηκαν στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 1957. Από εκεί και πέρα άρχισε η μεγάλη ανοδική τους πορεία. Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησαν ήταν τα «Νίτσα, Ελενίτσα» και «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ» του Γιώργου Μητσάκη, που κυκλοφόρησαν σε δίσκους 78 στροφών το 1957.
Το πρώτο τους ντουέτο στο οποίο ακούγεται μόνη της η Μαρινέλλα ήταν το «Τι γυρεύεις από ’μένα» του Πάνου Πετσά και του Κώστα Βίρβου, επίσης το 1957. Το πρώτο σόλο τραγούδι της ήρθε λίγο αργότερα, το 1959, με το «Ήρθα πάλι κοντά σου», όπου συμμετείχε σε δεύτερη φωνή η Γιώτα Λύδια.
Η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης γνώρισαν τεράστια αποδοχή όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.
Τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία με μεγάλη επιτυχία, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια τόσο σε πρώτες όσο και σε δεύτερες εκτελέσεις. Για την αγορά της Αυστραλίας, η Μαρινέλλα ηχογράφησε σόλο δύο ιδιαίτερα σπάνια τραγούδια, το «Θέλω απόψε κρουαζιέρα» του Αθανάσιου Μπουρλιάσκου και το «Μια πεντάμορφη τσιγγάνα» του Χρήστου Κολοκοτρώνη, σε στίχους Ηλία Εσδρά. Την ίδια περίοδο ακολούθησε και σειρά εμφανίσεων στην Κωνσταντινούπολη.
Οι διφωνίες τους παραμένουν μέχρι και σήμερα αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης. Ερμήνευσαν τραγούδια δημιουργών όπως ο Θεόδωρος Δερβενιώτης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο Κώστας Βίρβος και πολλοί ακόμη.
Ο γάμος με τον Καζαντζίδη και η στροφή στη δική της πορεία
Το 1960 η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο. Συνολικά έλαβαν μαζί μέρος σε 10 ελληνικές ταινίες. Η αρχή έγινε με την κωμωδία του Ροβήρου Μανθούλη «Η κυρία δήμαρχος», όπου τραγούδησαν μαζί τα «Για μας ποτέ μη ξημερώσει» και «Ζιγκουάλα», ενώ η Μαρινέλλα είπε σόλο το τραγούδι «Αλλάξανε τα πράγματα» του Αργύρη Κουνάδη.
Τον Μάρτιο του 1961, στο θέατρο «Κεντρικόν», ερμήνευσαν τέσσερα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, τα «Αθήνα», «Κουρασμένο παλληκάρι», «Ο κυρ Αντώνης» και «Το πέλαγο είναι βαθύ», σε ποίηση Νίκου Γκάτσου στα δύο πρώτα, αλλά και έξι τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη από τον κύκλο «Πολιτεία». Ο Μάνος Χατζιδάκις, ακούγοντας στις πρόβες τη Μαρινέλλα να κάνει αυθόρμητα τη φούγκα στο «Κουρασμένο παλληκάρι», την παρομοίασε με τη Μαρίκα Νίνου, σε μια μάλιστα βελτιωμένη εκδοχή της.
Η συνεργασία τους με τον Μίκη Θεοδωράκη συνεχίστηκε και το 1962, στο θέατρο «Παρκ», στην παράσταση «Όμορφη πόλη», σε κείμενα του Μποστ. Την ίδια περίοδο ερμήνευσαν και το «Φεύγω με πίκρα στα ξένα» στην κινηματογραφική ταινία του Κώστα Στράντζαλη «Κλάψε φτωχή μου καρδιά». Εκείνο το καλοκαίρι χώρισαν για πρώτη φορά, για να ξαναβρεθούν ύστερα από περίπου ενάμιση χρόνο.
Ο γάμος τους έγινε στις 7 Μαΐου 1964.
Μαζί ταξίδεψαν και τραγούδησαν στη Γερμανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις αρχές του 1965 ο Στέλιος Καζαντζίδης αποφάσισε να αποσυρθεί από τις ζωντανές εμφανίσεις. Ο οριστικός χωρισμός τους ήρθε τον Σεπτέμβριο του 1966, ενώ η τελευταία τους δισκογραφική συνάντηση έγινε το 1968, όταν ηχογράφησαν έναν κοινό δίσκο 33 στροφών που κυκλοφόρησε στις 18 Ιανουαρίου 1969.
Την ίδια χρονιά, το δίδυμο συμμετείχε και σε ακόμη έξι κινηματογραφικές ταινίες.
Στους «Αδίστακτους» του Ντίνου Κατσουρίδη ερμήνευσαν μαζί με τον Νίκο Κούρκουλο το τραγούδι «Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός». Στην «Προδομένη» του Χρήστου Κυριακόπουλου ακούστηκαν τα «Μες της αγάπης μας το τζάκι» και «Τώρα που σ’ έχω ανάγκη». Στην «Τιμωρία» του Ανδρέα Κατσιμητσούλια τα τραγούδια «Να φύγω, να φύγω» και «Προδομένες καρδιές». Στους «Καταφρονεμένους» του Νίκου Βαρβέρη το «Ορκίζομαι στην αντρική τιμή μου». Στο «Δεν μπορούν να μας χωρίσουν» του Χρήστου Κυριακόπουλου το «Με το βοριά». Και στους «Άγγελους της αμαρτίας», που βγήκε την επόμενη χρονιά, ξανά το «Να φύγω, να φύγω».
Στα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανίζονταν, όπως η «Τριάνα του Χειλά», ο «Κουλουριώτης», ο «Ξυπολητάκος», η «Μαντουμπάλα» και το «Φαληρικόν», επικρατούσε το αδιαχώρητο. Παράλληλα συνεργάστηκαν με μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως η Πόλυ Πάνου, η Γιώτα Λύδια, ο Στράτος Παγιουμτζής, η Καίτη Γκρέι, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μανώλης Χιώτης, η Μαίρη Λίντα, η Άννα Χρυσάφη και ο Αντώνης Ρεπάνης.
Το 1966 η Μαρινέλλα, πλέον μόνη της, προσπάθησε να θεμελιώσει τη δική της αυτόνομη πορεία.
Πλάι της στάθηκαν ο Γιώργος Κατσαρός, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Άγγελος Σέμπος και ο Μίμης Πλέσσας. Εκείνα τα χρόνια κυκλοφόρησε τα πρώτα της 45άρια, όπως «Τα παλικάρια», «Έκλαψα χθες», «Άσε με να σ’ αγαπήσω» και «Ο χαμός», χωρίς ωστόσο να σημειώσουν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Μάλιστα, το «Επάνω στην Καισαριανή» των Κατσαρού και Πυθαγόρα γυρίστηκε και σε φιλμ για την τηλεόραση της εποχής.
Οι πρώτες σόλο εμφανίσεις και η καθιέρωση
Μετά από τουρνέ 45 ημερών μαζί της σε τέσσερις πόλεις της Ρωσίας, ο Γιώργος Κατσαρός της πρότεινε να συμμετάσχει στη θεατρική επιθεώρηση του Κώστα Χατζηχρήστου «Άλλος για Υπουργείο» στο θέατρο «Παρκ», τραγουδώντας τα δύο νέα κομμάτια του «Απόψε χάνω μια ψυχή» και «Κλείσε τα μάτια σου καρδιά μου», σε στίχους Πυθαγόρα. Αυτή θεωρείται η πρώτη πραγματικά σόλο εμφάνισή της μετά τον χωρισμό της από τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Το ίδιο καλοκαίρι, στον «Μουσικό Αύγουστο» που διοργάνωσε ο Μίκης Θεοδωράκης στο θέατρο Λυκαβηττού, η Μαρινέλλα ερμήνευσε υπό τη διεύθυνσή του τους «Λιποτάκτες», πλάι στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Γιάννη Πουλόπουλο, αλλά και νέα τραγούδια που της είχε γράψει ο Χρήστος Λεοντής, τα «Άργησες» και «Πάρε τα μάτια μου» από την «Ανάσταση ονείρων», σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Τα τραγούδια «Όμορφη πόλη (Θα γίνεις δικιά μου)» και «Αγάπη μου (Φαίδρα)» από τους «Λιποτάκτες» είχαν ήδη κυκλοφορήσει με τη φωνή της σε δίσκο 45 στροφών έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ η «Ανάσταση ονείρων» βγήκε σε δίσκο 33 στροφών τον Νοέμβριο του 1966.
Στον συγκεκριμένο δίσκο η Μαρινέλλα μοιραζόταν τις ερμηνείες με τον Μπάμπη Τσετίνη, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Γιώργο Γαλάνη, τον Βαγγέλη Περπινιάδη και τη Ρία Νόρμα. Στο τέλος εκείνης της χρονιάς εμφανίστηκε και στη μπουάτ «Μοστρού», δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Χρυσούλα Ζώκα, τον Μανώλη Καστρινό και άλλους.
Το 1967 τραγούδησε τα «Δώσ’ μου αγάπη» και «Είμαι χαρτορίχτρα φίνα» στην ταινία «Η χαρτορίχτρα» του Κώστα Καραγιάννη, με δεύτερη φωνή στον ηθοποιό Σταύρο Παράβα. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στο «Χρυσό Βαρέλι» στις Τζιτζιφιές δίπλα στον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Δούκισσα, τον Γιάννη Πουλόπουλο, τον Στράτο Διονυσίου και τη Μπέμπα Μπλανς. Αργότερα επέστρεψε στου «Μοστρού», δίπλα στον Πάνο Κόκκινο και τον Γιώργο Κατσαρό, ενώ στη συνέχεια αποφάσισε μαζί με τον Γιάννη Πουλόπουλο και τον Χρηστάκη να εμφανιστούν στη «Νεράιδα» για τις δύο επόμενες σεζόν.
Ακολούθησαν συναυλίες στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία μαζί με τον Νίκο Ξανθόπουλο. Προς το τέλος της χρονιάς υπέγραψε συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία HELLADISC. Το πρώτο 45άρι που κυκλοφόρησε σε αυτή τη νέα φάση ήταν το «Δωσ’ μου αγάπη», σε διαφορετική εκτέλεση από εκείνη της ταινίας, μαζί με το «Πίσω από τις καλαμιές», στις 21 Δεκεμβρίου.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία που άλλαξε τα πάντα
Η πρώτη πολύ μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας ήρθε με το «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα, σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά.
Το τραγούδι είχε αρχικά γραφτεί για να το πει η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», όμως εκείνη δεν το δέχθηκε και έτσι η Μαρινέλλα ζήτησε από τον Ζαμπέτα να το ερμηνεύσει η ίδια.
Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης ετοίμαζε το μιούζικαλ «Γοργόνες και μάγκες» και ήθελε τη Μαρινέλλα να τραγουδήσει ζωντανά σε μία σκηνή. Ο Μίμης Πλέσσας συμφώνησε και της έγραψε αρχικά το μοντέρνο τραγούδι «Πες μου πού πας». Όμως ο Δαλιανίδης ήθελε κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι που να ξαφνιάζει. Έτσι γεννήθηκε το «Άνοιξε πέτρα», σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Το άλλο τραγούδι, το «Πες μου πού πας», δόθηκε τελικά στη Βίκυ Λέανδρος και μπήκε στον προσωπικό της δίσκο «Η μικρή μας ιστορία». Η Μαρινέλλα, μόλις το άκουσε, ενθουσιάστηκε και ξεκίνησε πρόβες για να το ηχογραφήσει. Σύμφωνα με τον Μίμη Πλέσσα, ο χρόνος ήταν ελάχιστος, γιατί σε δύο μόλις ημέρες έπρεπε να γυριστεί η συγκεκριμένη σκηνή.
Έτσι μπήκε στο στούντιο και το τραγούδησε μία μόνο φορά, χωρίς δεύτερη λήψη, γιατί το αποτέλεσμα ήταν άψογο. Αυτή ακριβώς η ηχογράφηση είναι που ακούγεται μέχρι σήμερα στην ταινία και θεωρείται εκείνη που άνοιξε οριστικά τον δρόμο της προσωπικής της καριέρας.
Την ίδια χρονιά τραγούδησε και το «Σταλιά – σταλιά» στην ταινία του Κώστα Ανδρίτσου «Ο πιο καλός ο μαθητής», ενώ τον Σεπτέμβριο συμμετείχε στο III Festival Internacional da Canção Popular, στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, με το τραγούδι «Αν θες να ’ρθείς» του Γεράσιμου Λαβράνου, σε στίχους Ελπίδας Περικλάκη, κερδίζοντας το βραβείο της «Καλύτερης καλλιτεχνικής παρουσίας».
Ο πρώτος προσωπικός δίσκος και η νέα εποχή
Στις 17 Ιανουαρίου 1969 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός της δίσκος 33 στροφών με τίτλο «Σταλιά – σταλιά», ένας δίσκος που συγκέντρωνε τραγούδια τα οποία είχαν ήδη ξεχωρίσει μέσα από τα 45άρια της προηγούμενης χρονιάς. Μέσα στην ίδια χρονιά εμφανίστηκε στην «Παλιά Αθήνα» της Πλάκας δίπλα στον Δημήτρη Μητροπάνο, την Κλειώ Δενάρδου και τη Σόφη Ζαννίνου, με χορευτές τον Μανώλη Καστρινό και τη Χρυσούλα Ζώκα.
Παράλληλα, συνέχισε τη δισκογραφική και κινηματογραφική της παρουσία.
Στον «Μπλοφατζή» του Βασίλη Γεωργιάδη τραγούδησε το «Ποιος είν’ αυτός» του Γιώργου Ζαμπέτα. Στην «Παριζιάνα» του Γιάννη Δαλιανίδη ερμήνευσε τα «Δώσ’ μου τ’ αθάνατο νερό» και «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» του Μίμη Πλέσσα, σε στίχους Άκου Δασκαλόπουλου. Στο «Ησαΐα μη χορεύεις» του Κώστα Καραγιάννη τραγούδησε το «Πάλι θα κλάψω» του Νάκη Πετρίδη, σε στίχους Σέβης Τηλιακού.
Ενώ στο κινηματογραφικό δράμα «Γυμνοί στο δρόμο», πάλι του Γιάννη Δαλιανίδη, είπε τα «Αστέρι στο παράθυρο» και «Δυο αδέρφια» του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, τραγούδια που μέχρι σήμερα παραμένουν ανέκδοτα.
Η γυναίκα που άλλαξε το λαϊκό πάλκο
Εκείνα τα χρόνια, με τη Μαρινέλλα πλέον πρώτο όνομα, άλλαξε και ο τρόπος διασκέδασης στα νυχτερινά κέντρα. Από το μελαχρινό και ντροπαλό κορίτσι που καθόταν διακριτικά στο λαϊκό πάλκο, μεταμορφώθηκε σε μια δυναμική, αέρινη παρουσία, με κοντά μαλλιά, πολυτελή εμφάνιση και έντονη σκηνική κίνηση. Δεν τραγουδούσε απλώς. Χόρευε, κινούνταν, έπαιζε με τη σκηνή και έδινε άλλη διάσταση στο πρόγραμμα.
Η αντίληψή της για τη δουλειά την έκανε να ξεχωρίσει. Επέλεγε μεγάλες ορχήστρες, δούλευε με σπουδαίους μουσικούς, έδινε βάρος στον ήχο, έφερε θεατρικούς προβολείς στα νυχτερινά προγράμματα, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με τις γαρδένιες, βελτίωσε τα καμαρίνια και καθιέρωσε το δικαίωμα στο ρεπό όχι μόνο για την Κυριακή αλλά και με πληρωμή για τους μουσικούς της.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρους όπως το «Stork» στη Φιλελλήνων ή στην παραλία, βρέθηκε δίπλα της και ο τότε ανερχόμενος Γιώργος Νταλάρας, ο οποίος ουσιαστικά ξεκίνησε την επί σκηνής διαδρομή του με επιλογή της ίδιας της Μαρινέλλας, με επιμελητή προγράμματος τον Σταύρο Ξαρχάκο.
“Είναι η εποχή της Μαρινέλλας”, είχε πει ο Γιώργος Νταλάρας σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου. Η συνεργασία τους στο «Stork» κράτησε από τα τέλη του 1969 έως τις αρχές του 1972.
Θαυμαστές της έφταναν από κάθε γωνιά της Ελλάδας αλλά και από το εξωτερικό για να δουν από κοντά την «Οπτικοακουστική» -όπως η ίδια αυτοχαρακτηριζόταν- τραγουδίστρια. Ανάμεσα σε όσους εξέφρασαν δημόσια τον θαυμασμό τους ήταν ο Μάνος Κατράκης, ο Αλέξης Μινωτής, η Ειρήνη Παππά, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Ζωή Λάσκαρη, η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Ομάρ Σαρίφ, ο Φράνκο Ροσελίνι, ο Μιχάλης Κακογιάννης και πολλοί ακόμη. Ο Φρανκ Σινάτρα, βλέποντάς τη, είχε πει πως “Αν αυτή η γυναίκα βρισκόταν στην

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου